Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Παραμύθια, εφημερίδες,κ.λ.π., Νηπιαγωγείου (8ο Νηπιαγωγείο Κερατσινίου - κλασικό τμήμα).



ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ - ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ :
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΙ

ΝΗΠΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΝΗΠΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ.





ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ






 
 
 










 



 



















«Η ΛΙΛΗ ΣΤΗ ΛΟΥΛΟΥΔΟΧΩΡΑ»


8ο Νηπιαγωγείο Κερατσινίου
Σχολ. Έτος: 2008 - 2009



Μια φορά κι έναν καιρό, στη λουλουδοχώρα, ζούσαν πολλές οικογένειες λουλουδιών:
Η μαργαριτοοικογένεια, η ζουμπουλοοικογένεια, η τριανταφυλλοοικογένεια, η δαφνοοικογένεια και πολλές άλλες λουλουδοοικογένειες και δεντροοικογένειες. Κάποιες απ’ αυτές άνθιζαν συνέχεια γιατί ήταν άνοιξη και έκαναν πολλά λουλουδόπαιδα.



Μια μέρα, η κυρία λεβάντα κοίταζε τα λουλουδόπαιδα τριγύρω και έλεγε: _ Αχ! Πότε θα κάνω κι εγώ τα λουλουδόπαιδά μου; Τότε την άκουσε ο ήλιος από ψηλά και της είπε: _ Μη στενοχωριέσαι καλή μου. Όλα θα γίνουν στην ώρα τους!
Πέρασαν μερικές μέρες και η λεβάντα άνθισε και γέμισε κι αυτή με λουλουδόπαιδα. Όμως ένα απ’ αυτά ήταν διαφορετικό! Έμοιαζε και με λουλούδι και με άνθρωπο! Ήταν δηλαδή ένα λουλουδοκόριτσο! Η λεβάντα την ονόμασε «Λίλη» και ήταν πολύ χαρούμενη κι ευτυχισμένη!



Η Λίλη μεγάλωνε μαζί με τα άλλα λουλουδόπαιδα. Τα αγαπούσε όλα και έπαιζε συνέχεια μαζί τους. Φίλοι τους είχαν γίνει οι πεταλούδες, οι μέλισσες, τα μυρμηγκάκια, τα σκουληκάκια, τα σαλιγκαράκια, τα πουλιά, οι σφήκες.
Η Λίλη, έπαιρνε στα χέρια της όσα λουλούδια μπορούσε και πήγαινε βόλτα με τα πουλιά. Αχ! Πόσο της άρεσε να βλέπει από ψηλά τη λουλουδοχώρα!



Μια μέρα, ο κύριος και η κυρία σαλίγκαρου κάλεσαν τη Λίλη στο σπίτι τους, όπου γνώρισε τα σαλιγκαρόπαιδά τους και έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Από τότε, πήγαινε κάθε μέρα σπίτι τους και τα βοηθούσε με το διάβασμα.



Όμως μια μέρα, όσο κι αν περίμεναν, η Λίλη δεν ήρθε. _ Μα που είναι η Λίλη; Μήπως αρρώστησε; Έλεγαν τα σαλιγκαρόπαιδα και έκλαιγαν δυνατά.
_ Μην ανησυχείτε – είπε ο κύριος σαλίγκαρος – θα ψάξω να τη βρω, να δω τι συμβαίνει! Έψαξε παντού, αλλά μάταια. Δεν τη βρήκε πουθενά. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Ούτε η κυρία λεβάντα ήξερε τίποτα.




Όλοι μαζί ζήτησαν βοήθεια από τα πουλιά, τις πεταλούδες και τις μελισσούλες, που πετούν ψηλά και τα βλέπουν όλα. Όλοι μαζί έψαξαν όλη τη λουλουδοχώρα, αλλά δεν τη βρήκαν πουθενά! _ Αχ τι θα κάνουμε τώρα έλεγαν όλοι κι έκλαιγαν.



Τότε ο κύριος σαλίγκαρος, είδε σε μια κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου έναν τεράστιο ιστό!
_ Αχ! Βοήθεια! Ακούστηκε από μέσα μια φωνή! Όλοι αναγνώρισαν τη φωνή της Λίλης._ Μη φοβάσαι Λίλη, όλοι είμαστε εδώ και θα σε βοηθήσουμε! 

 
Τότε όλοι μαζί φώναξαν τα πουλιά και είπαν: _ Μήπως έχετε κάποια ιδέα πως θα απελευθερώσουμε τη Λίλη; _ Και βέβαια! Θα προσπαθήσουμε να κόψουμε τον ιστό με το ράμφος μας. Έτσι έπιασαν αμέσως δουλειά! Και σε λίγο κατάφεραν να ξεμπερδέψουν τη Λίλη από τα δίχτυα της αράχνης.




Όλοι μαζί την αγκάλιασαν και γύρισαν στη λουλουδοχώρα, χορεύοντας και τραγουδώντας, όπου έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.





ΒΑΛΕ ΕΝΑ ΧΕΡΑΚΙ...ΚΙ ΕΣΥ!


8o ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ

Υπεύθυνη Νηπιαγωγός:
Σίσκου Σταυρούλα




Αν οι παλάμες ήταν άνθρωποι...
Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου πολύ μακριά, υπήρχε ένα πολύ όμορφο χωριό που λεγόταν παλαμοχώρα. Εκεί όπως καταλαβαίνετε, ζούσαν όλες οι παλαμοοικογένειες.
Όμως δεν ήταν καθόλου αγαπημένες και γι' αυτό δε ζούσαν κοντά – κοντά. Αντίθετα, οι δεξιές παλάμες έμεναν στην πάνω γειτονιά του χωριού και οι αριστερές στην κάτω γειτονιά. Στη μέση του χωριού πέρναγε ένα μεγάλο ποτάμι, το οποίο δεν είχε γέφυρα.
Έτσι ήταν όλοι βέβαιοι, ότι δε θα τάραζε κανείς την ησυχία τους.



Ήταν όλοι εγωιστές και πεισματάρηδες. Έτσι, αφού τέλειωναν τις δουλειές τους, καυχιόνταν καθημερινά για τις ικανότητές και τα κατορθώματά τους.
_Έχω το πιο όμορφο και καθαρό σπίτι! Καμιά σας δε με φτάνει!...έλεγε η κυρία εργατική.
_Μμμ, εγώ είμαι η πιο όμορφη και έχω τα περισσότερα στολίδια πάνω μου! Καμιά σας δε με φτάνει! Έλεγε η κυρία φιλάρεσκη.
Οι παλαμοχτίστες πάλι, καυχιόνταν ότι δεν υπάρχει καλύτερος από τον εαυτό τους. Γι' αυτό και το γεφύρι δε χτιζόταν ποτέ! Κάθε φορά που αποφάσιζε κάποιος να αρχίσει να το χτίζει, οι άλλοι τον κορόιδευαν. Έτσι θύμωνε και τα παρατούσε. Αφού δεν κατάφερναν να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν μεταξύ τους, το ποτάμι θα έμενε για πάντα χωρίς γέφυρα.
Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες τους, χωρίς κανένας να νοιάζεται για το διπλανό του.






Όμως μια μέρα, η κυρία Ανησυχίδου ήταν τόσο ανήσυχη όσο ποτέ!
_Ουφ! Βαρέθηκα πια αυτήν την κατάσταση! Θέλω να διασκεδάσω με κάποιον τρόπο, αλλά πώς;...Θα προσπαθήσω να κάνω ένα δυνατό θόρυβο!
Έτσι, χτύπησε μεταξύ τους τα δύο δάχτυλα, αλλά ο ήχος δεν την ικανοποίησε. Προσπάθησε ξανά με τα τρία δάχτυλα, αλλά και πάλι ο θόρυβος ήταν σιγανός. Συνέχισε με τα τέσσερα και μετά με τα πέντε δάχτυλα. Ο ήχος που βγήκε, ήταν βέβαια δυνατότερος, αλλά και πάλι δεν την ικανοποίησε.
_Αχ αν είχα μια φίλη να διασκεδάσουμε μαζί! Σκέφτηκε.
_Όλο δουλειά – δουλειά, βαρέθηκα πια! Εδώ στην παλαμοχώρα, κανείς δεν ξέρει τι θα πει αγάπη, φιλία, συνεργασία.





Ύστερα από πολλή σκέψη και προβληματισμό, αποφάσισε να πάει στην κυρία Ανησυχίδου της κάτω γειτονιάς. Ίσως κι αυτή να ένοιωθε το ίδιο! Έτσι και έκανε. Έφτασε μέχρι το ποτάμι.
_Αχ! Πως θα μπορέσω να περάσω απέναντι, αφού δεν υπάρχει γέφυρα; Τι κρίμα!
Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τη φράση της, όταν...φρουπ, πέταξε ένα χελιδόνι και στάθηκε δίπλα της.
_Εγώ θα σε βοηθήσω. Της είπε. Γιατί είναι πολύ όμορφο να αγαπάς τους άλλους και να τους έχεις φίλους σου! Ανέβα τώρα στην πλάτη μου.





Έτσι, δίχως να το καταλάβει καλά – καλά, βρέθηκε να χτυπά την πόρτα της κυρίας Ανησυχίδου της κάτω γειτονιάς. Αφού της μίλησε για τους προβληματισμούς της, είδε ότι και η κ. Ανησυχίδου της κάτω γειτονιάς, ένοιωθε το ίδιο.
Ένωσαν λοιπόν τις παλάμες τους και χτυπούσαν δυνατά! Χτυπούσαν παλαμάκια, χαίρονταν και γελούσαν. Ένιωσαν πολύ ευτυχισμένες! Αποφάσισαν λοιπόν, να βοηθούν η μια την άλλη στις δουλειές για να τελειώνουν γρηγορότερα, ώστε να έχουν περισσότερο χρόνο για διασκέδαση. Αυτό και έκαναν!





Όμως οι άλλες παλάμες, κορόιδευαν αυτά τους τα καμώματα!
_Τι έπαθαν τούτες; Έλεγαν.
_Αυτό είναι ανήκουστο για την παλαμοχώρα!
Έτσι συνέχισαν να κυλούν οι μέρες στην παλαμοχώρα, ώσπου, μια μέρα... έβρεξε τόσο πολύ, που το ποτάμι ξεχείλισε! Το νερό άρχισε να πλημμυρίζει τα παλαμόσπιτά τους!
_Αχ, τι θα κάνουμε τώρα; έλεγαν όλες οι παλαμοοικογένειες. Βάλθηκαν λοιπόν οι παλαμοχωριάτες ένας – ένας χωριστά, να βάζουν χώμα και πέτρες γύρω από το ποτάμι. Όμως δε γινόταν τίποτα. Γιατί μέχρι να έρθει η σειρά του επόμενου, το νερό παρέσερνε το χώμα και τις πέτρες του προηγούμενου.





Τότε η κυρία Ανησυχίδου τους είπε:
_Γιατί δε δοκιμάζουμε όλοι μαζί; Βάλε ένα χεράκι... κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ...Μόνο έτσι θα τα καταφέρουμε! Όλοι μαζί! Ενωμένοι κι αγαπημένοι!
Στην αρχή δεν την άκουσαν. Αλλά μόλις είδαν ότι η βροχή δε σταματούσε και το χωριό τους όλο και πλημμύριζε, φώναξαν όλοι μαζί:
_Βάλε ένα χεράκι...κι εσύ. Όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε!
Πράγματι, άρχισαν όλοι μαζί να βάζουν πέτρες και χώμα γύρω από το ποτάμι. Και ναι, τα κατάφεραν! Το νερό σταμάτησε να ξεχειλίζει.






Από τότε, έκαναν σύνθημά τους το “ΒΑΛΕ ΕΝΑ ΧΕΡΑΚΙ...ΚΙ ΕΣΥ”, σε ότι κι αν έκαναν. Μάλιστα, οι παλαμοχτίστες συνεργάστηκαν μεταξύ τους και έφτιαξαν την πιο γερή και όμορφη γέφυρα στο ποτάμι τους. Έτσι οι παλαμοοικογένειες της πάνω και της κάτω γειτονιάς, έχοντας όπλο την “ΑΓΑΠΗ”, τελειώνοντας τις δουλειές τους, διασκέδαζαν, χτυπώντας παλαμάκια και γελώντας.
Το παραπάνω παραμύθι, κατέκτησε το 2ο βραβείο.







Η ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΤΟΤΙΝΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ
ΤΗΣ ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗΣ”


8o Νηπιαγωγείο Κερατσινίου
Σχολ. έτος:2012 – 2013
Υπεύθυνες Νηπιαγωγοί: Κοροβέση Σοφία - Σίσκου Σταυρούλα







Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πολύ όμορφη καταπράσινη πόλη που τη λέγανε ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗ. Εκεί όλοι, νέοι – γέροι και παιδιά ήταν πολύ αγαπημένοι. Έτσι ζούσαν ήσυχα, νοιάζονταν ο ένας για τον άλλον και ήταν πολύ ευτυχισμένοι! Οι κάτοικοι της ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗΣ, είχαν φυτέψει παντού δέντρα που έβγαζαν φρούτα: μηλιές, αχλαδιές, μανταρινιές, πορτοκαλιές,... Γι' αυτό η πόλη τους ήταν καταπράσινη και όμορφη, από τους κήπους των σπιτιών μέχρι τα πάρκα και τις πλατείες! Από την πλευρά του ο Δήμαρχος, είχε φτιάξει παντού πηγάδια για να ποτίζονται τα δέντρα και να έχουν νερό όλοι στα σπίτια τους, έτσι ώστε και όσοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουλέψουν να μην πεινάσουν και να μη διψάσουν ποτέ!
Εκεί έμεναν ο Αγάθωνας, ο Λευτέρης, η Ελπίδα και η Αγάπη – τέσσερις φίλοι αγaπημένοι για πάντα!



 
Μια μέρα, εκεί που έπαιζαν στην πλατεία, ήρθε κοντά τους ένα σπουργίτι.
  • Τι έχεις σπουργιτάκι μου και δεν πετάς ψηλά; Ρώτησε ο Αγάθωνας που είχε καλή καρδιά.
  • Είμαι λυπημένο, γιατί εκεί που πέταγα, είδα κάτι πολύ άσχημο!
  • Τι, τι, τι,...τι είναι αυτό που είδες; είπαν όλα με μια φωνή!
  • Να, είδα ότι, ήρθε στην πόλη μας, μια πολύ κακιά μάγισσα, άσχημη, με μαύρα χαλασμένα δόντια, κοφτερά και μακριά νύχια και πολύ άσχημο πρόσωπο, που τη λένε ΑΝΕΡΓΙΑ.
     Πράγματι, η μάγισσα ΑΝΕΡΓΙΑ είχε έρθει στην πόλη τους και αποφάσισε να κλέψει τη δουλειά των ανθρώπων.
Έτσι άρχισαν τα πρώτα...ωχ! Μέρα με τη μέρα τα ωχ...γίνονταν ακόμα πιο πολλά! Όσο πιο πολλά γίνονταν τα ωχ...τόσο πιο πολύ χαιρόταν η μάγισσα ανεργία!
  • Αχ, τι θα κάνουμε τώρα; Πως μπορούμε να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας; λέει ο Λευτέρης.
  • Αυτή έχει αποφασίσει να κάνει τους ανθρώπους να υποφέρουν, να κλέψει το χαμόγελό τους. Λέει η Αγάπη.
  • Μην απελπίζεστε, κάτι θα σκεφτούμε... Είπε η Ελπίδα.
  • Το βρήκα! Λέει ο Αγάθωνας. Πάμε να κόψουμε φρούτα από τα δέντρα της πόλης, να γεμίσουμε μπουκάλια με νερό από τα πηγάδια και να τα πάμε στους συνανθρώπους μας που δεν έχουν χρήματα να ψωνίσουν τρόφιμα. Έτσι και έκαναν!
    Τα «ωχ» αμέσως λιγόστεψαν!



Όμως, όταν η μάγισσα ανεργία είδε ότι τα «ωχ»...λιγόστεψαν, αποφάσισε να κάνει κάτι πιο δραστικό. Έτσι, φώναξε τις αδελφές της να τη βοηθήσουν στα κακόβουλα σχέδιά της. Οι αδελφές της ήταν κι αυτές σαν και του λόγου της. Το όνομά τους τα έλεγε όλα! Τη μια την έλεγαν μάγισσα ΠΕΙΝΑ και την άλλη, μάγισσα ΔΥΣΤΥΧΙΑ.
Έκαναν ένα συμβούλιο μαγισσών και αποφάσισαν, να κλείσουν όλα τα πηγάδια της πόλης. Την επόμενη κιόλας μέρα, όλα τα πηγάδια στέρεψαν!



Τα δέντρα άρχισαν να ξεραίνονται σιγά - σιγά και να μη βγάζουν καρπούς. Και το χειρότερο; Δεν είχαν ούτε νερό να πιουν πια οι άνθρωποι! Τα ωχ...ακούγονταν όλο και πιο πολύ! Οι κάτοικοι άρχισαν να κλείνονται στα σπίτια τους και να μην επικοινωνούν πια μεταξύ τους. Ψίθυροι ακούγονταν από παντού, ακόμα και για μετακόμιση σε άλλη πόλη!
Οι τέσσερις φίλοι, βλέποντας αυτό το κακό, έλεγαν και ξανάλεγαν:
  • Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια! Αυτή έχει αποφασίσει να κάνει την πόλη μας γκρίζα, βρώμικη και με μαύρα σύννεφα που θα κρύψει για πάντα τον ήλιο, τη χαρά. Θα φέρει παντού δυστυχία, κλέβοντας ακόμα και την αγάπη ανάμεσά μας. Η πόλη μας, από «ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗ» έγινε «ΑΝΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗ»!
Τότε… ήρθε το σπουργιτάκι και στάθηκε δίπλα τους.
  • Τι λες σπουργιτάκι; του είπαν.
  • Μπορούμε να κάνουμε κάτι, ή είναι πολύ αργά πια;
  • Ποτέ δεν είναι αργά – τους είπε – κάτι θα σκεφτούμε!
Ύστερα πέταξε ψηλά πολύ προβληματισμένο. Εκεί που πετούσε ελεύθερο αλλά...πολύ προβληματισμένο, συνάντησε τις καλές νεράιδες και τους τα διηγήθηκε όλα.
Οι καλές νεράιδες, βλέποντας ότι τα παιδιά αγαπούσαν τους συνανθρώπους τους και την πόλη τους, αποφάσισαν να τα βοηθήσουν. Έδωσαν στο σπουργίτι ένα σακουλάκι με μαγικούς σπόρους να το πάει στα παιδιά. Έτσι και έκανε.




  • Πάρτε αυτούς τους σπόρους που είναι μαγικοί και ρίξτε τους σε όλη την πόλη. Οι νεράιδες μου είπαν ότι λέγονται «ΣΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ». Αν αυτός που πιάνει τους σπόρους είναι καλός, τότε οι σπόροι γίνονται ακόμα περισσότεροι. Αν όμως τους πάρει κάποιος κακός, τότε εξαφανίζονται – είπε - πέταξε ψηλά και εξαφανίστηκε!
Τα παιδιά πήραν τους σπόρους και περνώντας από σπίτι σε σπίτι, μάζεψαν τους κατοίκους, τους έδειξαν τους «ΣΠΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ» συμβουλεύοντάς τους ότι δεν πρέπει να χαθεί η αγάπη ανάμεσά τους αν θέλουν να ελπίζουν ότι θα πετύχει το σχέδιό τους για ένα καλύτερο αύριο. Τότε όλοι μαζί αγαπημένοι, έριξαν τους μαγικούς σπόρους σε σπίτια, πάρκα και πλατείες.





Οι σπόροι φύτρωσαν γρήγορα, αλλά...χρειάζονταν νερό για να μεγαλώσουν και να δώσουν καρπούς! Έτσι έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο που τους πρότειναν τα παιδιά: Πήγαν και άνοιξαν όλοι μαζί ένα πηγάδι της πόλης. Ύστερα κρύφτηκαν, περιμένοντας τη μάγισσα «ΑΝΕΡΓΙΑ» πάντα ενωμένοι κι αγαπημένοι! Το νερό άρχισε να τρέχει άφθονο! Τα δέντρα μεγάλωναν και άρχισαν να βγάζουν καρπούς!






Η μάγισσα ΑΝΕΡΓΙΑ δεν άκουγε πια πολλά ωχ... Ανησύχησε... και έτρεξε να δει τι συμβαίνει! Μόλις είδε το πηγάδι ανοιχτό, άρχισε να το γρατζουνάει με τα βρώμικα μακριά νύχια της, προσπαθώντας να το κλείσει και πάλι. Αφού δεν τα κατάφερε μόνη της, φώναξε τις αδελφές της:
- Τρέξτε γρήγορα...! Η «ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗ» ξαναγέμισε με δέντρα και καρπούς και οι κάτοικοι άνοιξαν ένα πηγάδι. Θα καταστραφούν όλα όσα έχουμε κάνει έως τώρα!
Οι αδελφές της έτρεξαν γρήγορα στο ανοιχτό πηγάδι. Γρατζουνούσαν τώρα με τα μαύρα μακριά νύχια τους όλες μαζί, προσπαθώντας να το κλείσουν. Παραλίγο να τα καταφέρουν!





Αλλά... οι τέσσερις αγαπημένοι φίλοι, έδωσαν το σύνθημα και τότε...όλοι οι κάτοικοι του χωριού, βγήκαν από την κρυψώνα τους. Όρμησαν σαν λιοντάρια, έριξαν μέσα στο πηγάδι τη μάγισσα ΑΝΕΡΓΙΑ μαζί με τις αδελφές της και σφράγισαν το πηγάδι! Ύστερα άνοιξαν όλα τα πηγάδια της πόλης. Άφθονο νερό ξεχύθηκε σε σπίτια, κήπους, πάρκα και πλατείες! Τα δέντρα θέριεψαν και έβγαζαν συνέχεια καρπούς! Η πόλη ξανάγινε όμορφη και καταπράσινη. Έφυγαν τα γκρίζα σύννεφα, δίνοντας τη θέση τους στο λαμπερό ήλιο! Οι κάτοικοι της πόλης, ξαναβρήκαν το χαμόγελό τους, την ευτυχία – αφήνοντας κλειδωμένες για πάντα μέσα στο πηγάδι – τις κακές μάγισσες!





Ο Δήμαρχος της πόλης από την πλευρά του, ετοίμασε μια μεγάλη γιορτή στην πόλη, όπου έδωσε στον Αγάθωνα, το Λευτέρη, την Ελπίδα και την Αγάπη “ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ”
- Πάρτε το – τους είπε – σας αξίζει πραγματικά!
- Δήμαρχε μήπως πρέπει να βάλουμε φύλακες στο κλειστό πηγάδι; είπε ένας κάτοικος.
- Δε νομίζω ότι χρειάζεται! Τα παιδιά μας έδειξαν ότι, έχοντας αγάπη μεταξύ μας, δεν χάνουμε ποτέ την ελπίδα μας για ένα καλύτερο αύριο που οδηγεί στην ευτυχία!
Έτσι στην «ΗΣΥΧΟΥΠΟΛΗ» συνέχισαν να ζουν ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι, αφήνοντας πίσω τους για πάντα: ΑΝΕΡΓΙΑ – ΠΕΙΝΑ – ΔΥΣΤΥΧΙΑ!

Αυτό το παραμύθι γράφτηκε σε συνεργασία κλασικού και ολοήμερου τμήματος. Πήρε το 4ο βραβείο σε διαγωνισμό παραμυθιού του δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας. 










ΔΥΟ ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΜΙΑ ΚΗΛΙΔΑ
ΜΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΚΗΛΙΔΑ”

















Το παραπάνω παραμύθι έγινε σε συνεργασία 2ου και 8ου Νηπιαγωγείων και κατέκτησε βραβείο εικονογράφησης.































  


ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ